fbpx

Αυτή η μαϊμού!

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ “Η ΜΑΪΜΟΥ” ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΆΠΑΡΣΙΣ

Πως επικοινωνεί μέσα από ένα βιβλίο η Μαϊμού;

Η μαϊμού μίλησε μέσα μου. Είπε πράγματα σε γλώσσα που προσπάθησα να μάθω για να κατανοήσω κι έπειτα να επικοινωνήσω όλα αυτά που διάβαζα. Ύστερα από μερικές αράδες κατάλαβα πως έπρεπε να σκέφτομαι με αυτήν, την άλλη γλώσσα, του συγγραφέα. Ποιο όμως είναι το ον που γράφει την ιστορία μέσα στο βιβλίο και τι πραγματεύεται, όταν έχει ένα τέτοιο τίτλο;

Πώς να μιλήσεις για τα χώματα, να βγάλεις στο φως τα κόκαλα για να αφοσιωθείς στο παρελθόν και το παρόν, όταν τυχαίνει να είσαι θαλασσινός; είναι μια απορία μακροβούτι και θέλει γερή ανάσα, ώστε να δεχτείς να εμπλακείς με τα συμβάντα του μύθου και της ιστορίας.

Στην αναζήτηση της Γης της Επαγγελίας, ψάχνει για την Ιλλυρία, τη Γη το Ανατέλλοντος ηλίου, μια πόλη από Oρείχαλκο, γεμάτη από όμορφες γυναίκες και ο συγγραφέας προσδιορίζει τη δική του Γη, τη Γη της Ανατολής, ωσάν να βρίσκει την πηγή από όπου κυλάει το νερό. Μα όσο πλησιάζει αυτή γιατί απομακρύνετε;

Ο Στέφανος Παπαδημητρίου γράφει συμβολικά. Υιοθετεί τη θέση του μηχανικού στα καράβια, ως έναν τίτλο για να είναι κάποιος, προκειμένου να νοηματοδοτήσει τον σκοπό του ταξιδιού του. Τι ήταν όμως αυτό που τον έστρεψε στην θάλασσα; Το ότι ήταν νησιώτης; Άλλωστε αυτό είναι και παραμένει ένα γενικό ερώτημα, το αν ξέρεις πάντα εκεί που πηγαίνεις. Το «γιατί φεύγει κάποιος και πως αποφασίζει να το κάνει» να οφείλεται, όπως ο ίδιος διερωτάται: «σε ένα οικογενειακό Λείψανο που κουβαλάμε όλοι;»

Τι μας φυγαδεύει προς τον ιδεατό τόπο και πως αναπληρώνονται οι προσδοκίες μας, όταν αυτή η «τάση» μας πετάει σε γκρεμούς ματαίωσης· σε ποιον να αποδώσουμε την ευθύνη; Στην ονειροπόληση, την φαντασία ή τις φαντασιώσεις μας, στα ιδανικά και τις αξίες μήπως;

Σε ένα από τα ταξίδια του, ο ήρωας του βιβλίου, θα γνωρίσει την μαϊμού. Αυτό το μικρό ζωάκι, ατίθασο όπως φαίνεται –περπατά στα δυο πόδια, μην ξεχνάμε – θα το σώσει από το ζωολογικό κήπο και ο σωτήρας του θα βρει τη σωτηρία του. Εν μέρει, γιατί η συγκυρία που έφερε τη μαϊμού κοντά στον άνθρωπο, και ξέρουμε καλά κάτω από ποιες συνθήκες συμβίωναν τα δυο αυτά πλάσματα, θα φέρει και τη μεγάλη έκπληξη στη ζωή του: να οικειοποιηθεί κάτι που δεν του ανήκει. Γιατί η μαϊμού θα γίνει ο ταχυδρόμος των ιστοριών που καλείται να συνθέσει αυτός ο, άγνωστος ακόμα, συγγραφέας- μηχανικός. Ο ένοχος της διαδικασίας της γραφής είναι η μαϊμού, η οποία σε μια δική της ζωώδη αν και άγνωστη μεταξύ τους – ωστόσο επικοινωνιακή – γλώσσα, επιδιώκει (επίσης από κάποια «ανθρώπινη» περιέργεια) να δει τι θα κάνει τα κείμενα που εμπιστεύεται σε έναν άνθρωπο. Ο ήρωας με αφορμή την εμπλοκή του σε αυτή την περιπέτεια, θα βουτήξει σε ατραπούς αναζήτησης του νοήματος ζωής και εαυτού (υπαρξιακά ζητήματα) αλλά θα σαρκάσει και μερίδα κριτικών (διανοούμενων)  γιατί αυτός δεν γράφει με μελάνι αλλά με γράσο (ένας από τους πολλούς γρίφους του βιβλίου).

Τι θα γίνουν εν συνεχεία αυτές οι ιστορίες θα το βρείτε στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου.

Γιατί όμως διάλεξε μια μαϊμού, ποιος ο ρόλος της και ποιες μυστήριες δυνάμεις της ζωής τον ακολουθούν, έτσι που να συμβιώνει  με ένα πλάσμα που είναι άλλοτε «Μα ή Μου». Σε ένα διφορούμενο κόσμο, έτσι όπως εξαρχής χωρίζει και ο συγγραφέας, τον υδάτινο απ’ τον επίγειο, όταν «το βάρος του νερού τους έχει συνθλίψει και που η πίστη τους έχει μετατραπεί σε κατοικία για τα όστρακα», η πλοκή ξεδιπλώνεται εξαιτίας της περιέργειας μιας σκοτωμένης μαϊμούς, η οποία εντέλει γίνεται πνεύμα, οίστρος, κοινός νους, συλλογικό ασυνείδητο; Η αλήθεια, αν και δεν διατυπώνεται ευκρινώς, τουλάχιστον γίνεται κατανοητό, όταν διερωτώμενος ο ίδιος «Και άλλωστε που είναι όλοι αυτοί που «έγραψαν» τα βιβλία μου; Που βρίσκονται, σε ποιες σπηλιές κρύβονται και μάλιστα καλά», θα απαντήσει : «Κρύβονται μέσα στις σκιές (σκιές είναι και οι ίδιοι) και δεν εμφανίζονται ποτέ».

Σε αναζήτηση αυτογνωσίας, ψάχνοντας τις ρίζες του, αναφέρει πως «πρέπει να δεχτούν αρκετό φως τα κόκαλα που κρύβουμε στα πιο εύφορα των χωμάτων μας, σκάβω ελαφρά και αφήνω να φανούν τα βάθη του δικού μου χώματος». Όπως επίσης, «Στη γη βρίσκονται άλλωστε τα μυστικά».

Μιλάει συχνά με μαγικό ρεαλισμό όπως για τον θυμό για τα δέντρα, για μύθους και Γραφές, για αρχαίους φιλοσόφους, μυθικούς ήρωες (Κυνόσαργος, Ανταίος, Ηρακλής), Κένταυρους και Κέρκωπες και πως όλα αυτά μπορούν και εξυπηρετούν την καθημερινότητα. Μιλάει για την αναγκαιότητα του δέντρου της Ιστορίας, για εχθρούς και τέρατα. « Έμαθα πως όταν ψάχνεις για τέρατα, βρίσκεις τέρατα». Όπως επίσης στο δεύτερο κεφάλαιο, μιλώντας συμβολικά για το τέρας που επιτίθεται στις καλλιέργειες, μέσα από μια νοσταλγική αφήγηση, περιγράφει την αναζήτηση τρόπων αντιμετώπισης, ώστε να γλυτώσουν από το τέρας και τελικά αυτό που βρίσκουν όλοι είναι έναν εχθρό, ο ποίος μπορεί να προέρχεται από κάτι θεϊκό και ανυπέρβλητο, ή απλά ξένο. Μιλάει για νεκρομάντεις «που βάζουν λόγια στα στόματα των νεκρών …για τα μεθυσμένα από το πολύ φως ευρήματα ….για το Άσπρο της Αθήνας. ..Στην Αθήνα, φυτρώνουν τα κόκαλα μιας άλλης πόλης διαφορετικής, ή της ίδιας ακριβώς πόλης αν το καλοσκεφτείς, που αντιγράφει τον εαυτό της επ’ άπειρον, παραλείποντας κάθε φορά και από κάτι…»

Μια σειρά από ερωτήματα αποδεικνύουν πως η γραφή δεν απαντά μόνο, ενίοτε γεννάει.

«Οι ήρωες και τα τέρατα έχουν πολλά κοινά».

«Τι αλήθειες κρύβουν άραγε τα κόκαλα;»

 «Σε ποιους ανήκουν τα κείμενα που γράφονται;»

«Τι λέει το Απόκρυφο βιβλίο της μαϊμούς;»

Πόσες αλήθειες μπορεί να αφηγηθεί μια σκοτωμένη μαϊμού, σε ποια γλώσσα τις λέει;

Κατερίνα Γραμματικού
Συγγραφέας

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Μετάβαση στο περιεχόμενο